Η κλεπτομανία αποτελεί μία από τις πιο παρεξηγημένες διαταραχές στον χώρο της ψυχικής υγείας, καθώς συχνά συγχέεται με την απλή παραβατικότητα ή την ηθική έκπτωση. Όμως, στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια σύνθετη διαταραχή ελέγχου των παρορμήσεων που δεν έχει καμία σχέση με το οικονομικό όφελος ή την αντικειμενική ανάγκη του ατόμου για τα αντικείμενα που αφαιρεί. Για όσους ζουν με την κλεπτομανία, η πράξη της κλοπής είναι μια ψυχαναγκαστική διέξοδος από μια αβάσταχτη εσωτερική πίεση, μια μάχη που δίνουν καθημερινά με τον ίδιο τους τον εαυτό.
Τι συμβαίνει πραγματικά στο μυαλό του κλεπτομανούς
Αντίθετα με τον κοινό κλέφτη που σχεδιάζει τη δράση του με σκοπό το κέρδος, ο κλεπτομανής δρα παρορμητικά. Πριν από την πράξη, το άτομο βιώνει ένα κλιμακούμενο αίσθημα έντασης και άγχους, το οποίο μοιάζει σχεδόν σωματικό. Η στιγμή της αφαίρεσης του αντικειμένου προσφέρει μια στιγμιαία, εκρηκτική ανακούφιση και ένα αίσθημα ευφορίας, καθώς ο εγκέφαλος απελευθερώνει ντοπαμίνη. Ωστόσο, αυτό το «υψηλό» συναίσθημα διαρκεί ελάχιστα. Πολύ γρήγορα, το άτομο κατακλύζεται από βαθιές ενοχές, τύψεις και έναν παραλυτικό φόβο για τις κοινωνικές και νομικές συνέπειες των πράξεών του.
Η ρίζα του προβλήματος και η ανάγκη για υποστήριξη
Οι έρευνες δείχνουν ότι η κλεπτομανία μπορεί να συνδέεται με διαταραχές στους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου, όπως η σεροτονίνη, που ρυθμίζει τη διάθεση και τις παρορμήσεις. Συχνά, η διαταραχή αυτή συνυπάρχει με άλλες καταστάσεις, όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές ή οι διατροφικές διαταραχές. Τα αντικείμενα που κλέβουν οι κλεπτομανείς είναι συνήθως ευτελούς αξίας και πολλές φορές καταλήγουν ξεχασμένα σε ένα συρτάρι, χαρίζονται ή επιστρέφονται κρυφά, γεγονός που αποδεικνύει ότι το κίνητρο δεν είναι το αντικείμενο, αλλά η ίδια η διαδικασία της εκτόνωσης της έντασης.
Η αντιμετώπιση της κλεπτομανίας απαιτεί πάνω από όλα κατανόηση και εξειδικευμένη θεραπευτική προσέγγιση. Η γνωσιακή-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική, βοηθώντας το άτομο να αναγνωρίσει τα ερεθίσματα που πυροδοτούν την παρόρμηση και να αναπτύξει νέους, υγιείς μηχανισμούς διαχείρισης του άγχους. Το σημαντικότερο είναι να σπάσει ο κύκλος της ντροπής και της μυστικότητας, επιτρέποντας στο άτομο να αναζητήσει βοήθεια χωρίς τον φόβο της κοινωνικής κατακρίσης.
