Γιατί οι τιμές τελειώνουν σε.99

Μια παλιά, μηχανική ταμειακή μηχανή με ανοιχτό συρτάρι και ένα χαρτονόμισμα των 10 ευρώ.

Οι τιμές που τελειώνουν σε.99, όπως το 9,99 ευρώ, ξεκίνησαν για έναν πολύ πρακτικό λόγο: για να διασφαλίσουν ότι οι ταμίες θα άνοιγαν την ταμειακή μηχανή για κάθε πώληση.

Ο ρόλος της μηχανικής ταμειακής

Παλιά, πριν τις ηλεκτρονικές ταμειακές μηχανές που καταγράφουν τα πάντα αυτόματα, οι πρώτες ταμειακές μηχανές ήταν μηχανικές κατασκευές, συχνά φτιαγμένες από χυτοσίδηρο, ατσάλι και ορείχαλκο, με ξύλινα συρτάρια. Ένας ταμίας μπορούσε εύκολα να βάλει στην τσέπη του τα χρήματα μιας πώλησης αν το ποσό ήταν ακριβές. Φαντάσου ένα προϊόν που κόστιζε 10 ευρώ και ο πελάτης έδινε ακριβώς 10 ευρώ. Ο ταμίας δεν χρειαζόταν να ανοίξει την ταμειακή μηχανή για να δώσει ρέστα, οπότε η πώληση δεν καταγραφόταν επίσημα. Αυτό άφηνε ένα "παράθυρο" για να χαθούν χρήματα ή ακόμα και να γίνουν κλοπές από το προσωπικό.

Όταν όμως η τιμή ήταν 9,99 ευρώ, ο πελάτης συνήθως έδινε ένα χαρτονόμισμα των 10 ευρώ ή και μεγαλύτερο. Αυτό ανάγκαζε τον ταμία να ανοίξει την ταμειακή μηχανή για να δώσει το ένα λεπτό ρέστα. Σε αυτές τις πρώτες μηχανές, το άνοιγμα του συρταριού γινόταν με την πίεση ενός μοχλού ή πλήκτρου, ενεργοποιώντας έναν ελατηριωτό μηχανισμό που απελευθέρωνε το συρτάρι με έναν χαρακτηριστικό ήχο "κλινγκ". Με το άνοιγμα της μηχανής, η πώληση καταγραφόταν αυτόματα στον μηχανισμό της ταμειακής, κάτι που ήταν απαραίτητο για τον έλεγχο των εσόδων του καταστήματος. Ήταν ένας απλός και αποτελεσματικός τρόπος να αποτρέπονται οι απώλειες και να εξασφαλίζεται ότι όλες οι συναλλαγές περνούσαν από το σύστημα.

Αυτή η πρακτική έγινε ιδιαίτερα διαδεδομένη στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, ακριβώς την περίοδο που οι ταμειακές μηχανές άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως στα καταστήματα. Η πρώτη λειτουργική ταμειακή μηχανή κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1883 από τον James Ritty, με βασικό στόχο την καταγραφή των συναλλαγών και την αποτροπή κλοπών από τους υπαλλήλους. Η τιμολόγηση με.99 ήταν ένα συμπληρωματικό μέτρο που ενίσχυε αυτόν τον στόχο, κάνοντας τον έλεγχο των πωλήσεων πιο αυστηρό.

Ακόμα και όταν οι ηλεκτρονικές ταμειακές μηχανές έκαναν την εμφάνισή τους και μπορούσαν να καταγράψουν κάθε πώληση χωρίς να χρειάζεται να δοθούν ρέστα, η συνήθεια αυτή παρέμεινε. Έγινε ένα αναπόφευκτο κομμάτι της εμπορικής κουλτούρας. Σήμερα, οι τιμές που τελειώνουν σε.99 έχουν καθιερωθεί ως ένας άγραφος κανόνας στο λιανεμπόριο, όχι πια τόσο για τον αρχικό λόγο του ελέγχου των ταμείων, αλλά περισσότερο ως μια παράδοση. Οι καταναλωτές έχουν συνηθίσει να βλέπουν τέτοιες τιμές και συχνά τις συνδέουν με προσφορές ή καλύτερη αξία, παρόλο που η διαφορά είναι απειροελάχιστη. Τελικά, αυτό που ξεκίνησε ως ένα μέτρο εσωτερικού ελέγχου, έχει εξελιχθεί σε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της εμπορικής στρατηγικής και της καθημερινής μας εμπειρίας στα μαγαζιά.

Φωτογραφία της Χαρούλα Π.

Γράφει για τα συνηθισμένα πράγματα που βλέπουμε κάθε μέρα και σπάνια σταματάμε να αναρωτηθούμε, μια κάρτα ξενοδοχείου, ένα εισιτήριο πάρκινγκ, μια διάβαση. Στο OurLife εξηγεί γιατί είναι φτιαγμένα έτσι, στα απλά ελληνικά, χωρίς φιοριτούρες.