Το barcode έχει αυτές τις κάθετες γραμμές γιατί έτσι σχεδιάστηκε για να μπορεί να διαβαστεί γρήγορα και με ακρίβεια από τις μηχανές, μετατρέποντας το φως που πέφτει πάνω του σε ψηφιακή πληροφορία για κάθε προϊόν. Αυτό το σύστημα είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αναγνωρίζεται αμέσως τι κρατάς στα χέρια σου, από ένα πακέτο γάλα μέχρι ένα ζευγάρι παπούτσια.
Όταν περνάς ένα προϊόν από το ταμείο του σούπερ μάρκετ, ο ειδικός σαρωτής στέλνει μια ακτίνα λέιζερ πάνω στο barcode. Αυτή η ακτίνα "διαβάζει" τις μαύρες γραμμές και τα λευκά κενά ανάμεσά τους. Οι μαύρες γραμμές, επειδή απορροφούν το φως, δίνουν ένα διαφορετικό σήμα από τα λευκά κενά που το ανακλούν. Ο σαρωτής χρησιμοποιεί μια ακτίνα λέιζερ που "σαρώνει" το barcode μπρος-πίσω, εξασφαλίζοντας γρήγορη και σωστή ανάγνωση, ακόμα και αν το προϊόν είναι σε διαφορετική γωνία ή έχει μικρές ατέλειες. Ο σαρωτής μετράει πόσο χρόνο χρειάζεται το φως να επιστρέψει και από τις διαφορετικές πλάκες -δηλαδή τα πάχη- των γραμμών και των κενών, καταλαβαίνει τι αριθμό κρύβεται πίσω από αυτές. Κάθε αριθμός, όπως το 520 για τα ελληνικά προϊόντα, αντιστοιχεί σε ένα συγκεκριμένο προϊόν και τις πληροφορίες του, όπως η τιμή του, ας πούμε 3,49 ευρώ, και το απόθεμά του στο κατάστημα.
Οι γραμμές είναι κάθετες για πρακτικούς λόγους και ευκολία χρήσης. Έτσι, ο σαρωτής μπορεί να τις διαβάσει ακόμα κι αν το προϊόν είναι ελαφρώς στραβό ή έχει μικρή ζημιά, μειώνοντας καθυστερήσεις και λάθη. Οι διαφορετικές πλάκες (πάχη) των γραμμών και των κενών κωδικοποιούν τους αριθμούς, με τη διαφορά στο πλάτος να αποτελεί την αποκωδικοποιήσιμη πληροφορία. Το barcode είναι μια εκτυπωμένη γραφική παράσταση από μαύρες γραμμές με ειδικό μελάνι (συνήθως με βάση τον άνθρακα) πάνω σε φωτεινό υπόστρωμα. Η αντίθεση είναι κρίσιμη: οι μαύρες γραμμές απορροφούν το φως του λέιζερ, ενώ τα λευκά κενά το ανακλούν, επιτρέποντας στον σαρωτή να μεταφράσει την πληροφορία.
Η εξέλιξη και η παγκόσμια υιοθέτηση
Η ιδέα για ένα τέτοιο σύστημα ξεκίνησε να συζητιέται πολύ παλιά, με τους Norman Joseph Woodland και Bernard Silver να καταθέτουν την πρώτη πατέντα για ένα "κώδικα προϊόντος" το 1949, εμπνευσμένοι από τον κώδικα Μορς και τις γραμμές στην άμμο. Η αρχική τους ιδέα περιελάμβανε ένα κυκλικό σχέδιο, που έμοιαζε με στόχο, για να διαβάζεται από οποιαδήποτε κατεύθυνση. Ωστόσο, η τεχνολογία για την εκτύπωση και την ανάγνωση ήταν ακόμα στα σπάργανα. Η μορφή που ξέρουμε σήμερα, με τις παράλληλες γραμμές, αναπτύχθηκε αργότερα, με τον George J. Laurer της IBM να είναι ο κύριος αρχιτέκτονας του Universal Product Code στις αρχές της δεκαετίας του '70. Αυτή η γραμμική μορφή αποδείχθηκε πιο αξιόπιστη στην εκτύπωση και την ανάγνωση με την τότε διαθέσιμη τεχνολογία.
Το barcode που ξέρουμε σήμερα, το Universal Product Code, άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στα σούπερ μάρκετ της Αμερικής κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '70. Πριν από αυτό, οι ταμίες έπρεπε να πληκτρολογούν κάθε τιμή ξεχωριστά, κάτι που ήταν χρονοβόρο, έκανε ουρές και συχνά οδηγούσε σε λάθη. Με το barcode, η διαδικασία έγινε αστραπιαία. Στην Ευρώπη, το αντίστοιχο σύστημα είναι το EAN, που είναι παρόμοιο αλλά έχει ένα νούμερο παραπάνω. Το πρώτο προϊόν που σκαναρίστηκε ποτέ με barcode ήταν ένα πακέτο τσίχλες Juicy Fruit σε ένα σούπερ μάρκετ στο Οχάιο, το 1974, και κόστιζε 67 σεντς. Από τότε, έγινε ο παγκόσμιος τρόπος αναγνώρισης προϊόντων, από ένα πακέτο μακαρόνια μέχρι ένα καινούργιο κινητό.
